Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Καλά Χριστούγεννα σε όλους.Χθεσινή λήψη του νεφελώματος του Ωρίωνα απο το παρατηρητηριο μου.
Astrotek Evrytania.
Photo Credit : Jim Deligeorgopoulos


Το Νεφέλωμα του Ωρίωνα, γνωστό και ως Μέγα Νεφέλωμα του Ωρίωνος (μια ακριβέστερη ονομασία, καθώς στον αστερισμό Ωρίωνα υπάρχουν αρκετά άλλα νεφελώματα), αλλά και ως Μεσιέ 42 (Μ42), είναι ένα διάχυτο νεφέλωμα νότια από τη Ζώνη του Ωρίωνα. Είναι ένα από τα φαινομενικώς φωτεινότερα νεφελώματα, ορατό με γυμνό μάτι σε σκοτεινό ουρανό. Το M42 απέχει από εμάς 1.344 ± 20 έτη φωτός.[2][3] Περιλαμβάνει την κοντινότερη στη Γη περιοχή παραγωγής νέων αστέρων. Η πραγματική του διάμετρος εκτιμάται σε 24 έτη φωτός.
Το Νεφέλωμα του Ωρίωνα είναι ένα από τα πλέον ερευνηθέντα και φωτογραφημένα ουράνια σώματα. Η μελέτη του έχει αποκαλύψει πολλά μυστικά για τη διαδικασία σχηματισμού νέων άστρων και πλανητών από τη βαρυτική κατάρρευση νεφών διαστρικού αερίου και σκόνης. Οι αστρονόμοι έχουν παρατηρήσει απευθείας πρωτοπλανητικούς δίσκους, φαιούς νάνους, έντονες και τυρβώδεις κινήσεις αέριων μαζών και φαινόμενα φωτοϊονισμού από το φως γειτονικών αστέρων μεγάλης μάζας στο νεφέλωμα. Υπάρχουν επίσης υπερηχητικά «σφαιρίδια» αερίου που διατρυπούν τα πυκνά νέφη υδρογόνου του Νεφελώματος του Ωρίωνα: το καθένα από αυτά είναι 10 φορές μεγαλύτερο από το Ηλιακό Σύστημα (ως την τροχιά του Πλούτωνα) και οι άκρες του τονίζονται από κυανή ακτινοβολία ατόμων σιδήρου, ενώ η γένεσή τους πιθανότατα οφείλεται σε κάποιο άγνωστο βίαιο γεγονός που έλαβε χώρα πριν από χίλια περίπου χρόνια.
Το Νεφέλωμα του Ωρίωνα αποτελεί στην πραγματικότητα τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου νεφελώματος, που είναι γνωστό ως Σύμπλεγμα Μοριακών Νεφών του Ωρίωνα και εκτείνεται σε ολόκληρο τον αστερισμό, περιλαμβάνοντας τον Βρόχο του Μπάρναρντ, το Νεφέλωμα Αλογοκεφαλή, το M43, το M78 και το Νεφέλωμα της Φλόγας. Γένεση αστέρων παρατηρείται σε ολόκληρο το Νεφέλωμα του Ωρίωνα και εξαιτίας αυτής της διαδικασίας η περιοχή εκπέμπει άφθονο υπέρυθρο φως.
Το Μ42 είναι ορατό με γυμνό μάτι τις νύχτες χωρίς φεγγάρι, καθώς γίνεται αντιληπτό ως το μεσαίο «αστέρι» στο ξίφος του Ωρίωνος, το οποίο σχηματίζουν οι τρεις αστέρες που εκτείνονται νότια από τη Ζώνη. Το «αστέρι» αυτό φαίνεται θολό σε παρατηρητές με οξεία όραση και η νεφελώδης του φύση γίνεται προφανής αν το παρατηρήσουμε με ένα ζευγάρι κιάλια ή με ένα μικρό τηλεσκόπιο.
Το Νεφέλωμα του Ωρίωνα εμπεριέχει ένα πολύ νεαρό ανοικτό σμήνος αστέρων, γνωστό ως Τραπέζιο (του Ωρίωνα) εξαιτίας του σχήματος που απαρτίζουν τα 4 φωτεινότερα άστρα του. Δύο από αυτά φανερώνονται ως διπλά σε νύχτες με ιδανικές συνθήκες, και επομένως συνολικά έχουμε 6 αστέρες. Οι αστέρες του Τραπεζίου, όπως και πολλοί άλλοι της περιοχής, βρίσκονται σε νεαρή ηλικία. Το Τραπέζιο ίσως συνιστά μέρος του πολύ μεγαλύτερου «Σμήνους του Νεφελώματος του Ωρίωνα», μία ομάδα περίπου 2.000 αστέρων σε μία περιοχή με διάμετρο περίπου 20 έτη φωτός. Πριν από δύο εκατομμύρια έτη αυτό το σμήνος μπορεί να περιείχε τους αστέρες AE Ηνιόχου, 53 Κριού και μ Περιστεράς, που σήμερα παρατηρούνται να κινούνται μακριά από το νεφέλωμα με ταχύτητες μεγαλύτερες από 100 km/sec.[4]
Εδώ και αιώνες οι παρατηρητές έχουν προσέξει την πρασινωπή χροιά του Νεφελώματος του Ωρίωνα, που επιπλέον έχει περιοχές με κόκκινο και γαλάζιο-ιώδες χρώμα. Το κόκκινο είναι γνωστό ότι προέρχεται από τη φασματική γραμμή Hα του υδρογόνου, που έχει μήκος κύματος 656,3 nm, ενώ ο συνδυασμός γαλάζιου-ιώδους είναι ανακλώμενη ακτινοβολία από αστέρες μεγάλης μάζας, φασματικού τύπου O, στην κεντρική περιοχή του νεφελώματος.
Η πρασινωπή χροιά ωστόσο υπήρξε αίνιγμα για τους αστρονόμους μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα: καμιά από τις τότε γνωστές φασματικές γραμμές δεν μπορούσε να την εξηγήσει. Υποτέθηκε ότι ήταν φασματική γραμμή ενός νέου στοιχείου της ύλης, στο οποίο δόθηκε το όνομα «νεφέλιο». Αλλά με την πρόοδο στην Ατομική Φυσική προσδιορίσθηκε τελικώς ότι το πράσινο χρώμα παραγόταν από μία μετάπτωση ηλεκτρονίου μικρής πιθανότητας σε διπλά ιονισμένα άτομα οξυγόνου, μία από τις λεγόμενες «απαγορευμένες γραμμές». Αυτές οι φασματικές γραμμές - ακτινοβολίες ήταν αδύνατο να παραχθούν στο εργαστήριο επειδή απαιτούν εκτεταμένο περιβάλλον πολύ μικρής πυκνότητας ύλης, που μόνο στον διαστρικό χώρο υπάρχει.